Από πολύ μικρός είχα το ψώνιο της ζωγραφικής. Ήμουνα σίγουρος πως μια μέρα θα γινόμουνα ζωγράφος. Όπως άλλα παιδιά φτιάχνουν ιστορίες με λέξεις, εγώ έφτιαχνα ιστορίες με εικόνες τη μία πλάι στην άλλη, πάνω σε μία κορδέλα χαρτί, που καμιά φορά έφτανε και τέσσερα μέτρα μάκρος. Με αυτό που οι άνθρωποι του περιβάλλοντός μου νόμιζαν και μου έλεγαν πως ήταν τέχνη, τους εμπόδιζε να με πάρουν στα σοβαρά, αλλ’ όχι για τους λόγους που συνήθως δεν παίρνουν οι μεγαλοι στα σοβαρά ένα παιδί. Έτσι, δεν υπάρχει σήμερα ούτε μια από εκείνες τις παιδικές ζωγραφιές μου.

Δεκάξη χρονώ παράτησα το σχολείο κι αλήτεψα κοντά στο συχωρεμένο Γιώργο Μακρή και το Γιώργο Κούνδουρο. Τα ξενύχτια στο καφενείο «Βυζάντιο», τα φαινομενικά άσκοπα πήγαιν-έλα στη Θεσσαλονίκη, ύστερα δύο χρόνια γλυκόπικρης ζωής στο Παρίσι. Όλ’ αυτά στάθηκαν για μένα μία πρώτη μαθητεία στα μυστήρια του πραγματικά σύγχρονου κόσμου της τέχνης. Οι εμπειρίες αυτής της περιόδου (1956-60) εκφράστηκαν σε μία σειρά από πυκνά, σχεδόν αυτόματικά σχέδια, που όλα όμως σκορπίστηκαν δεξιά κι αριστερά και χάθηκαν. Υστερα πήγα στρατιώτης. Θα ήταν δύο χαμένα χρόνια, αν δεν με βοηθούσαν, έστω κι αρνητικά, να καταλάβω μερικές ακόμα απο τις πλευρές της ελληνικής πραγματικότητας. Ακολούθησαν άλλα τρία χρόνια ρέμπελης ζωής γεμάτης από ένα κύκλωμα άγχους-προσωρινής ευτυχίας-άγχους. Αλλά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης κι η ασύνειδη έστω πίστη μου σε μια πιο μόνιμη ευτυχία, μ’ έκαναν να ξαναγυρίσω πεισματικά στη ζωγραφική. Το Δεκεμβριο του 1965 έκανα την πρώτη μου έκθεση, με μελάνια και τέμπερες, στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Τον πρόλογο στον κατάλογο τον έγραψε ο Νάνος Βαλαωρίτης. Συγρατώ μιά φράση: «Και να επιτέλους το ανεκδιήγητο, διηγημένο σε εικόνες»

Το 1966 έζησα ένα μεγάλο διάστημα στο σπίτι του Κώστα Ταχτσή, μέσα σε μια ατμόσφαιρα που με βοήθησε να πιστέψω τελεσίδικα στο ριζικό μου σα ζωγράφου. Μετά πήγα στο Βερολίνο κι εκεί συνδέθηκα στενά με καλλιτέχνες σαν τον Remotti, τον Engelmann, τον Brusse, τον Armitage, τον Castillo κ.α. με τους οποίους η λεύτερη επικοινωνία μεσ’ την πολιορκημένη αυτή πόλη μου πρόσφερε τους πολλαπλούς ερεθισμούς, που είναι απαραίτητοι σ’ έναν καλλιτέχνη της δικής μου ιδιοσυγκρασίας.

Η βαλίτσα κι η γραφή στα έργα της τωρινής έκθεσης είναι η μεγένθυση μιάς λεπτομέρειας από πρωηγούμενα έργα, με σκοπό να γίνει ορατή και κατά συνέπεια, αγωγός επικοινωνίας. Είναι τοπιογραφία μιας ζωής κάτω από ένα καταπιεστικό σύστημα, μα και συγχρόνως ένα ελπιδοφόρο σινιάλο.

Από τον κατάλογο της έκθεσης στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη το 1971